Τεύχος 69

Τεύχος 69- 2012 Τεύχος 69- 2012
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

Ο Θεός γκρεμοτσακίστηκε στο Σύνταγμα

Αφιερώνεται στη μνήμη εκείνων των μαχητικών καραγωγέων που έσπασαν τα λεωφορεία, στην Αθήνα του 1907, αντιδρώντας στην κυκλοφορία τους (βλ: Το ανεξάντλητο πηγάδι των κλειστών επαγγελμάτων, σελ. 21&22).

 

Μία σφραγίδα, μία υπογραφή, ένα γραμματόσημο. Κι ένα ολόκληρο διοικητικό ιερατείο υπαλλήλων που αναποδογυρίζει τις αξίες των πραγμάτων και τοποθετεί το ευτελές και το μηδαμινό στη θέση του σπουδαίου.* Και να σε βάζει στην ουρά για να αγοράσεις λέει ένα γραμματόσημο.

Ταχυδρομείο Συντάγματος.

Περιμένω στην ουρά των ταμείων για να αγοράσω φακέλους και γραμματόσημα και η ματιά μου γδέρνεται στους υπερσύγχρονους αυτόματους πωλητές με τους οποίους έχουν εφοδιαστεί όλα τα μεγάλα ταχυδρομεία της Αθήνας. Εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ έδωσε η Ψωροκώσταινα μπας και εκλείψουν οι ουρές, όμως αυτοί οι μηχανικοί πωλητές μένουν αδειανοί και ανεφοδίαστοι από το προσωπικό και τους υπαλλήλους των ταχυδρομικών υποκαταστημάτων. «Σήμερα δεν προλάβαμε να τα γεμίσουμε», θα σου πουν αν τους ρωτήσεις. 

Βλέπω τον φτερωτό Ερμή –σήμα κατατεθέν των ΕΛΤΑ– να έχει πλημμυρίσει το κατάστημα. Οι αρμόδιοι του υποκαταστήματος τον κολλήσανε παντού για να τον βλέπουμε και να μας καθησυχάζει η φτερωτή του ικανότητα.

Όσο πιο φτωχή η πραγματικότητα τόσο πιο πολλά τα σύμβολα. 

Α ρε Ερμή, τι να τα κάνεις στην Ελλάδα τα φτερωτά σου πέδιλα, αφού μονίμως σε μιαν ουρά θα είσαι καθηλωμένος;

Επίσκεψη 2η.

Και πέρασε ο χρόνος κι εγώ είμαι πάλι στην ουρά για να προμηθευτώ τα υπερπολύτιμα φακελογραμματόσημα! Το μηχάνημα πάλι αδειανό και παροπλισμένο. Κι από τους υπαλλήλους πάλι η μονότονη απάντηση (μερικοί κρυφογελούν κιόλας): «Σήμερα δεν προλάβαμε να τα γεμίσουμε». 

Στην ουρά μου, για να περάσει ευχάριστα η ώρα, αναπολώ θεότητα και κάνω σκέψεις για τον Ερμή και για την κοινωνία που τον είχε γεννήσει.

Λατρευόταν λοιπόν μαζί –και σε αντιδιαστολή– με την Εστία: «Και μαζί με σένα Εστία δοξάζω και τον Ερμή»· αυτή η επωδός τραγουδιόταν συχνά στους αρχαιοελληνικούς ύμνους. Η εστία ήταν το ζωτικό κέντρο του σπιτιού· ήταν ο χώρος που φτιαχνόταν το φαγητό και αντιπροσώπευε, γι’ αυτόν το λόγο, τη ρίζα της οικογένειας. Όμως στην εστία καίγονταν και οι θυσίες προς τιμήν των θεών και ο καπνός που ανέβαινε στον ουρανό, ως θυμίαμα λατρευτικό, ένωνε τη βιολογική (δηλ.το φαγητό) ρίζα της οικογένειας με τη θεότητα, που αντιπροσώπευε την πνευματική της ρίζα. Ωστόσο, αυτή η θαλπωρή και η ασφάλεια του περιχαρακωμένου ιδιωτικού χώρου της οικίας δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την προηγούμενη έκθεση στους κινδύνους της υπαίθρου, της απλωσιάς, του δημόσιου χώρου. Η αρχαιοελληνική κοινωνία είχε κατανοήσει αυτό που οι σπουδαίες κοινωνίες κατανοούν: δεν υπάρχει ένα μονοσήμαντο καλό ή ένα μονοσήμαντο κακό. Η ολοκληρωμένη ύπαρξη εξασφαλίζεται από τον τρόπο που γεφυρώνονται οι αντιφάσεις. Δίπλα λοιπόν στην ασφαλή Εστία, έρχεται ο εξωστρεφής –και άρα επισφαλής– Ερμής. Θεός της υπαίθρου, του δημόσιου χώρου, της αγοράς. (Γι’ αυτό και προστάτης –μεταξύ των άλλων– και των συναλλαγών). 

Ο αεικίνητος Ερμής δεν προσφέρει μόνο το χρόνο που διασχίζει τα σύνορα, προσφέρει και το κέρδος της παντοδυναμίας που γεννά αυτό το ριψοκίνδυνο πέρασμα από τη μια κατάσταση στην άλλη. Μάλιστα, σε μια προσπάθεια υπέρβασης του ύστατου ορίου, γίνεται τόσο τολμηρός που αναλαμβάνει και το ρόλο του ψυχοπομπού. Κατεβαίνει μέχρι τους νεκρούς τού κάτω κόσμου θέλοντας να ενώσει με την ενέργειά του αυτή, αυτό που δεν μπορεί να ενωθεί (και το γνωρίζει). Οι δύο κόσμοι, των ζωντανών και των νεκρών, αποτελούν την έσχατη, ασυμφιλίωτη αντίφαση. 

Πού χάθηκε η τόλμη που έπλασε μια τέτοια θεότητα; 

Πήρα τα γραμματόσημα και έκανα να φύγω, αλλά στην πόρτα στεκόταν κάποιος σαν να με περίμενε.

Είχε τη φάτσα δημόσιου υπάλληλου και όταν πέρασα δίπλα του, γυρνώντας μού ψιθύρισε: «Δεν τροφοδοτούν τα μηχανήματα γιατί θα μειωθούν οι ουρές κι αυτοί θα φαίνονται ως αργόσχολοι». Τα έχασα κάπως με τη φράση και κόντεψα να προσπεράσω χωρίς να δώσω σημασία, όμως με πείραξε που έναν τόσο απλό συλλογισμό δεν μπόρεσα να τον κάνω κι εγώ. Έτσι λοιπόν, σαν να ήθελα να τον εκδικηθώ για την αφέλειά μου, του είπα ενοχλημένος: «Κι εσύ πού το ξέρεις; θεός είσαι;»

«Πώς θα μπορούσα να είμαι πια θεός; Βλέπεις να έχω φτερά στα πόδια μου;»

Στο ταξί που πήρα για να φύγω, το ραδιόφωνο έπαιζε το λαϊκό ασμάτιο (ταιριαστό με τις προηγούμενες σκέψεις μου): Μία είναι η ουσία, δεν υπάρχει αθανασία. Να ξέρεις –λέω στον ταξιτζή– αν ανακαλυφθεί κάπου στον κόσμο το ελιξήριο της αθανασίας, στην Ελλάδα δεν θα κυκλοφορήσει γιατί θα διαδηλώσουν δυναμικά οι νεκροθάφτες!

Δεν μου απάντησε, μόνο με κοίταξε από τον καθρέφτη μάλλον με κάποια σιχασιά και σαν να μου φάνηκε πως έφτυσε στον κόρφο του.

Καραπαναγής Αποστόλης

*Ίσως γι’ αυτό στην Ελλάδα εχθρευόμαστε τις μηχανές, αφού αυτές από τη "φύση" τους τοποθετούν τα πράγματα στις λογικές τους διαστάσεις

More in this category: « Τεύχος 68 Τεύχος 70 »

Χαρακτηριστικά άρθρα

Χαρακτηριστικα αρθρα

«Το πάγκρυφον – ή αλλιώς – ο μέγας ερειπιών των προσωπικών καταλοίπων»

«Το πάγκρυφον – ή αλλιώς – ο μέγας ερειπ…

11 July, 2013

  τ. 58, Σεπτέμβριος 2009 Αν ο Lewis Mumford (Τεχνική και Πολιτισμός, 1934), ...

Χαρακτηριστικα αρθρα

Ιστορία της ανέλκυσης

Ιστορία της ανέλκυσης

11 July, 2013

    Τ.61, Ιούνιος 2010   ΜΕΡΟΣ Χ: ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ - ΟΡΥΧΕΙΑ & ΑΝ...

Χαρακτηριστικα αρθρα

Η Ανέλκυση στα βιβλία

Η Ανέλκυση στα βιβλία

11 July, 2013

          Μια σχολιασμένη βιβλιογραφία τ. 68, Μάρτιος 2012 Μια...

Χαρακτηριστικα αρθρα

Το ανεξάντλητο πηγάδι των κλειστών επαγγελμάτων

Το ανεξάντλητο πηγάδι των κλειστών επαγγ…

11 July, 2013

τ. 69, Ιούνιος 2012 «Και το ανέκδοτο λέει: “Να ’ναι καλά το πηγάδι”! Διότι αφού αντλούσ...

Back to top