Ιστορία της ανέλκυσης

 Τ.61, Ιούνιος 2010  

ΝΟΡΙΑ: Ατμομηχανές ανέλκυσης

«Το κυριότερο επίτευγμα του 19ου αιώνα υπήρξε η κατανόηση και η αποτελεσματική εκμετάλλευση της ενέργειας. Οι άνθρωποι του 1800 εντυπωσιάζονταν με τη διαπίστωση πως αν ένας σβόλος άνθρακα –σε μέγεθος χούφτας– καιγόταν στο καμίνι μια καλής ατμομηχανής, αποδιδόταν έργο αντίστοιχο με την ανύψωση ενός άντρα 80 κιλών από την επιφάνεια της θάλασσας, μέχρι την κορυφή του Λευκού Όρους». 

Η αναφορά μας στην ατμομηχανή, είχε σταθεί στο μεταίχμιο του 1800· χρονιά που έληγε η πατέντα του Watt για τις μηχανές του, και που άλλοι τολμηρότεροι σχεδιαστές έπαιρναν τη σκυτάλη –και το εμμονικό ρίσκο– να ασχοληθούν με τις ατμομηχανές υψηλής πιέσεως. 

Για μια ακόμα φορά στην ιστορία του, ο άνθρωπος πίστεψε ότι είχε φθάσει η εποχή της άφθονης ενέργειας. Η πίστη μάλιστα, αυτή τη φορά, φάνταζε βάσιμη παρακολουθώντας τη λειτουργία της νεογέννητης ατμομηχανής και παρατηρώντας ότι μια μικρή αύξηση της θερμοκρασίας, δημιουργούσε πολλαπλάσια αυξημένη πίεση (οπότε και έργο). Αν λοιπόν μπορούσε να σχεδιασθεί μια ατμομηχανή με τέτοιον τρόπο ώστε να αποφευχθεί μια ενδεχόμενη έκρηξη στο λέβητα, οι άνθρωποι θα κρατούσαν στο χέρι τους το κλειδί της ενεργειακής πανάκειας. 

Δεν έχει σημασία αν οι ελπίδες διαψεύσθηκαν, όπως άλλες 2-3 φορές έκτοτε και μέχρι σήμερα· όπως και να 'χει, το βήμα κάθε φορά ήταν μεγάλο. 

Σε αυτό το σημείο, και πριν πούμε δύο λόγια για τη μηχανή υψηλής πίεσης του Α.Woolf, ας δούμε το ενεργειακό και τεχνολογικό προφίλ της βιομηχανίας, την εποχή που εξετάζουμε.

Τη δεκαετία του 1780, οι ατμομηχανές για πρώτη φορά χρησιμοποιούνται ικανοποιητικά, για την κίνηση εργοστασιακών μηχανημάτων. 

Κατά την ίδια περίοδο, χρησιμοποιήθηκαν σιδηροδοκοί από χυτοσίδηρο, για την υποστήριξη των δαπέδων που υποχωρούσαν, κάτω από το βάρος των ολοένα βαρύτερων μηχανημάτων της ακμάζουσας υφαντουργίας. Επίσης την ίδια περίοδο, ο σίδηρος έδωσε τη δυνατότητα για βιομηχανική λειτουργία  σε πολυώροφα κτίρια. 

Ο Henry Strutt, το 1790, κατασκευάζει το αναβατόριο για τις ανάγκες ανέλκυσης στους ορόφους ενός αγγλικού υφαντουργείου. Ο σίδηρος εφαρμόζεται ευρέως στην κατασκευή των μηχανών. Τροχοί, άξονες, γρανάζια και λογής εξαρτήματα μπορούν πλέον να χυτεύονται σε μεγάλους αριθμούς, φθηνά και με ακρίβεια. 

Όπως αναφέραμε και στο προηγούμενο τεύχος, η οργάνωση της παραγωγής και η ακρίβεια του προγραμματισμού νοηματοδότησαν πληρέστερα το περιεχόμενο της βιομηχανικής επανάστασης από τις όποιες εξελίξεις, σε επιμέρους μηχανήματα και εφευρέσεις. Η ατμομηχανή χαμηλής πίεσης, δίνει τη θέση της στην πιο αποδοτική και πιο συμπαγή ατμομηχανή υψηλής πίεσης, η οποία με τη σειρά της προσφέρει νέες δυνατότητες στους χώρους των εργοστασίων για πυκνότερη επάλληλη παράταξη των μηχανημάτων και ακριβέστερη εκμετάλλευση κάθε τετραγωνικού μέτρου, με κύριο προσανατολισμό τη μαζικότητα της παραγωγής. Θα επανέλθουμε σε αυτήν την πτυχή της εξέλιξης, λίγο αργότερα, που οι ηλεκτροκινητήρες θα επεκτείνουν ακόμα περισσότερο τις δυνατότητες για μαζική παραγωγή, προσφέροντας –εκτός των άλλων– πλήρη σχεδόν ανεξαρτητοποίηση των μηχανημάτων, σε σχέση με την πηγή ενέργειας, ως προς την τοποθέτησή τους στις διάφορες μονάδες παραγωγής. 

(Σε σχέση με την παραπάνω ευελιξία όλοι μπορούμε να αντιπαραβάλουμε τα συστήματα των υδρόμυλων και να φανταστούμε τις θέσεις εργασίας κατανεμημένες στην περίμετρο των εργοταξίων, διασκορπισμένες κατά μήκος των διωρύγων, των καναλιών ή των υδατοπτώσεων, όπου μια διάταξη υδροτροχού έδινε κίνηση σε ένα φυσερό, μια πρέσσα, ή ένα μάγγανο). 

Απ’ όλα όσα έχουν ειπωθεί έως τώρα, γίνεται προφανές ότι σπουδαία ανάπτυξη γνωρίζει και ο κλάδος των εργαλειομηχανών. Ο… προεξάρχων τόρνος, λειτουργεί πλέον ικανοποιητικά και με ακρίβεια. Έχουμε ξανααναφερθεί σχετικά, αφού πρωτόγονοι ξύλινοι τόρνοι υπήρχαν παλαιόθεν. Όμως ο Henry Mandslay (1771-1831), ο πατέρας της βρετανικής τεχνολογίας εργαλειομηχανών, τελειοποίησε το 1797 τον –ομώνυμο έκτοτε– τόρνο, παρέχοντας τα υψηλότερα επίπεδα ακρίβειας και ορθότητας στις εργασίες. 

Κλείνοντας και αυτή την παρέκβαση, και θέλοντας να δώσουμε, όπως αναφέρθηκε, στοιχεία για το ενεργειακό και τεχνολογικό τοπίο του 1800, ας κάνουμε μια σύντομη νύξη και στους ηλεκτροκινητήρες (που αναφέρθηκαν παραπάνω). Πριν το 1800, κατασκευάζεται η βολταϊκή στήλη (μπαταρία), λίγο αργότερα η μαγνητοηλεκτρική μηχανή (μανιατό), και ακόμα αργότερα, η δυναμοηλεκτρική μηχανή (δυναμό). Ωστόσο, θα χρειαστεί να παρέλθει σχεδόν ο 19ος αιώνας, για να διαφανεί η αλλαγή σκυτάλης, από την ατμοκίνηση στον ηλεκτρισμό. 

Η επικάλυψη που εμφανίζεται ανάμεσα στις τεχνολογίες υδροτροχού / ατμοκινητήρα, υπάρχει και ανάμεσα σε ατμό / ηλεκτρισμό. Παρόλο λοιπόν που, χρονολογικά κινούμενοι, θα έπρεπε να αναφερθούμε, από αυτό το τεύχος, σε κάποιες εξελίξεις σχετικά με τον ηλεκτρισμό, αποφασίσαμε ωστόσο να κινηθούμε πιότερο θεματικά και με μια χρονική έστω παρέκκλιση να αναφερθούμε στον ηλεκτρισμό, κάπως ξέχωρα και αυτόνομα, σε επόμενο τεύχος. 

Ας γυρίσουμε λοιπόν στο κυρίως ειπείν θέμα της παρούσας υποενότητας. Στη φωτ. 6, φαίνεται ένα σπουδαίο τεχνικό μνημείο. Μια από τις πρώτες ατμοκίνητες ανυψωτικές μηχανές με σταθεροποιητή, που λειτούργησε τα πρώτα χρόνια του 1800, στο ορυχείο Trappe (Γερμανία). 

φωτ.6Φωτ. 6 Ανελκυστική μηχανή στο ορυχείο Trappe

Αντιπροσωπεύει τα πρώτα βήματα ατμοκίνητης ανέλκυσης, αμέσως μετά τις μηχανές Newcomen [που όπως έχουμε δει, λειτούργησαν ως αντλίες (τ. 59)]. 

Αυτές οι πρώτες ανελκυστικές μηχανές που κατασκευάζονταν ως κατακόρυφες μονοκύλινδρες μηχανές, λειτούργησαν είτε κατά το πρότυπο των μηχανών Newcomen (σε συνθήκες ατμοσφαιρικής πίεσης), είτε κατά την αρχή του Watt (μηχανές απλής ή διπλής ενέργειας, σε συνθήκες χαμηλής πίεσης). Η πίεση δεν ξεπερνούσε τα 2 kp/cm2.

Η δύναμη του κατακόρυφου εμβόλου, μεταφερόταν μέσω ενός κατευθυντικού συστήματος, στο ένα άκρο του σταθεροποιητή, ενώ στο άλλο του άκρο ήταν στερεωμένο το έμβολο. Αυτό μετέτρεπε, με την παρεμβολή ενός στροφάλου, την ευθύγραμμη, παλινδρομική κίνηση σε ροπή στρέψης, που κινούσε την τροχαλία, διαμορφωμένη συνήθως σε σχήμα τυμπάνου. Η ανομοιομορφία της κίνησης επέβαλλε την ύπαρξη ενός σφονδύλου στην άτρακτο του τυμπάνου. 

Η περιμετρική στεφάνη του σφονδύλου ήταν διαμορφωμένη έτσι, ώστε να χρησιμοποιείται και ως επιφάνεια πέδησης. 

Γύρω στο 1825, υπήρχαν στα ορυχεία της Βεστφαλίας–Ρηνανίας και Σιλεσίας, 77 ατμομηχανές, με συνολική ισχύ 1440 RS (ίπποι). Οι 20 από αυτές χρησιμοποιούνταν για ανυψωτικούς σκοπούς και η ισχύς τους ήταν από 5 – 35 ίππους. Αντίστοιχα νούμερα(!) για το ίδιο διάστημα και στη Γαλλία (πίνακας 7). 

Οι ειδικοί δίνουν κάποιες ενδεικτικές τιμές για τις δυνατότητες αυτών των πρώτων μηχανών: Βάθη 150 μέτρα, ωφέλιμο φορτίο 300 κιλά, ανυψωτική ισχύς 10 ίππους, και ταχύτητα ανύψωσης 0,3–0,5 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. 

Νούμερα που έμελλε σύντομα να αλλάξουν από τον Woolf (1776-1837) και τη δικύλινδρη ατμομηχανή του υψηλής πιέσεως. Μετά από μια δεκαετία βελτιώσεων, ο Arthur Woolf εγκατέστησε την πρώτη του μηχανή στο ορυχείο Wheal Abraham το 1814. Το νεογέννητο τότε περιοδικό  Engine Reporter, επιβεβαίωνε ότι απέδιδε υπερδιπλάσια ισχύ, από τη μέγιστη θεωρητική ισχύ που μπορούσε να αποδώσει η αυθεντική μηχανή του Watt…. 

 (Η λειτουργία της βασιζόταν στη διαστολή –εξαιτίας συνθηκών υψηλής πίεσης– του ατμού, που βρισκόταν σε έναν μικρό κύλινδρο. Στη συνέχεια ο ατμός διοχετευόταν σε ένα μεγαλύτερο κύλινδρο χαμηλής πίεσης, όπου η πίεσή του πλησίαζε στα επίπεδα της ατμοσφαιρικής. Η διαφορά μεγέθους των δύο κυλίνδρων εξισορροπούσε τις διαφορές, προσφέροντας ισοδύναμη ώθηση και στα δύο έμβολα). 

Εδώ σ’ αυτό το σημείο, ας αναφέρουμε ότι η ατμομηχανή γνωρίζει ραγδαία διάδοση σε όλους τους τομείς. Παρόλο που δεν έχουμε αναφερθεί στην ατμοπλοΐα και τον σιδηρόδρομο της εποχής, αφού βρίσκονται έξω από το πεδίο αναφορών μας, ωστόσο μπορεί κανείς να φανταστεί τον κατασκευαστικό οργασμό αλλά και την ποικιλία των ατμομηχανών που σχεδιάζονταν. Τέτοια ποικιλία –παρατηρεί ο G. Hirn (1815-1890)– ώστε να είναι αδύνατη η διατύπωση μιας περιεκτικής και ολοκληρωμένης θεωρίας περί ατμομηχανών. Κάθε ατμομηχανή –συνεχίζει ο εν λόγω μηχανικός– ήταν ένα σύνολο αναγκαίων συμβιβασμών. Τόσο πολύ εξαρτιόταν από το σκοπό για τον οποίο κατασκευάστηκε. Σε κάποιον σημαντικό, αν και απροσδιόριστο βαθμό, η βελτίωση των ατμομηχανών από χρόνο σε χρόνο ήταν αποτέλεσμα της σταθερής εισαγωγής νέων και βελτιωμένων υλικών: δακτυλίων στεγανότητας εμβόλων, βελτιωμένων λιπαντικών, (αποτελεί ευτύχημα, ότι αυτή την εποχή, αναπτύσσεται ραγδαία και η βιομηχανία ορυκτελαίων!), σιδήρου και χάλυβα ανώτερης ποιότητας· αλλά και νέων και καλύτερων εργαλειομηχανών και αυξημένης εμπιστοσύνης στους μηχανικούς, οι οποίοι εξέλισσαν περαιτέρω τη σχεδίασή τους, με τη βοήθεια της δικής τους εμπειρίας αλλά και των συναδέλφων τους, προς την κατεύθυνση μεγαλύτερων, περισσότερο ισχυρών και ταχύτερων μηχανών. Εν συντομία, η πρόοδος ήταν εξελικτική και θύμιζε αρκετά την περίπτωση της μηχανής Newcomen κατά τον 18ο αιώνα και της μηχανής άντλησης της Κορνουάλης (μηχανή του J. Watt), τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Η πρόοδος, αν και ταχεία, επιτυγχανόταν σε μεγάλο βαθμό εμπειρικά. 

Ας δούμε τώρα λοιπόν τα διαδοχικά βήματα στις πρακτικές εφαρμογές ατμοκινητήρων, ολοένα και περισσότερο αυξημένης πίεσης. Μετά τη μονοκύλινδρη κατακόρυφη μηχανή των ορυχείων του Trappe λοιπόν, εμφανίζεται ένας νέος τύπος, η μονοκύλινδρη οριζόντια ατμομηχανή.

«Η σημαντική διαφορά της σε σχέση με την κατακόρυφη έγκειται στην απαλοιφή του εξισορροπητή: ο κύλινδρος της μηχανής είναι οριζόντιος και, κατά συνέπεια, οριζόντια κινείται και το έμβολό της. Ο διωστήρας του εμβόλου μπορεί, επομένως, να συνδεθεί απευθείας με τον τελικό αποδέκτη της κίνησης (που είναι μία άτρακτος), μέσω του σταυρού, που υποκαθιστά τον εξισορροπητή και εκτελεί μια οριζόντια παλινδρομική κίνηση πάνω στην κατάλληλα διαμορφωμένη επιφάνεια ολίσθησης. 

Ένα σημαντικό πλεονέκτημα αυτού του τύπου μηχανών ήταν η εγκατάλειψη του εξισορροπητή και των αναγκαίων εδράσεών του: μειώθηκε έτσι σημαντικά το βάρος και επομένως και το κόστος τους. Η επικράτησή τους όμως δεν διήρκεσε περισσότερο από 25 χρόνια, και γύρω στο 1865 σταμάτησαν να παράγονται, ταυτόχρονα με τις κατακόρυφες ατμομηχανές. Κοινό μειονέκτημα και των δύο αποτελούσε η αδυναμία τους να ξεκινήσουν χωρίς εξωτερική υποβοήθηση, καθιστώντας έτσι απαραίτητη την ύπαρξη μιας χειροκίνητης μανιβέλας και ενός μοχλού. Το πρόβλημα αυτό άρχισε να γίνεται αντιληπτό με την αύξηση του βάθους των φρεατίων και τη συνεπαγόμενη αύξηση του ωφέλιμου φορτίου. Το 1850, το μέσο ωφέλιμο φορτίο ήταν 1 τόνος και η απαιτούμενη ισχύς περίπου 30 RS (ίππους). Το 1860, ήδη, το μέσο φορτίο είχε διπλασιαστεί και έφτανε τους 2 τόνους, ενώ η ισχύς έφτανε τα 100 RS(ίππους). 

Οι δυσκολίες στην εκκίνηση λύθηκαν με την εγκατάσταση και σύνδεση ενός δεύτερου οριζόντιου κυλίνδρου, εν παραλλήλω προς τον πρώτο. Ο διωστήρας του δεύτερου εδραζόταν στο άλλο άκρο της τροχαλιοφόρου ατράκτου και είχε μία διαφορά φάσης περιστροφής 90 μοιρών ως προς αυτόν του πρώτου κυλίνδρου. Υπήρξε έτσι πάντα διαθέσιμη ροπή, ακόμη και όταν ο ένας από τους δύο κυλίνδρους σταματούσε στο νεκρό σημείο του.

Δημιουργήθηκε έτσι, στα μέσα της δεκαετίας του 1850, ο τύπος της δίδυμης ατμομηχανής. Μπορεί ακόμη και σήμερα να εντοπιστεί σε κάποια ορυχεία, με σημαντικές βελτιώσεις βέβαια στα θερμοδυναμικά χαρακτηριστικά και τα συστήματα ελέγχου της. 

Ένα ακόμη πλεονέκτημα της δίδυμης ατμομηχανής ήταν οι αυξημένες δυνατότητες ελέγχου της λειτουργίας της. Η ύπαρξη των δύο κυλίνδρων διπλής ενέργειας εξασφάλιζε μια ομοιόμορφη λειτουργία και καθιστούσε την ύπαρξη του σφονδύλου περιττή. Η ομοιομορφία της λειτουργίας ενισχυόταν και από τη μεγαλύτερη κινητική ενέργεια της ατράκτου που έφερε το τύμπανο, ως αποτέλεσμα της αύξησης του βάθους των φρεατίων, του ωφέλιμου φορτίου και της ταχύτητας ανέλκυσης (που έφτανε πλέον τα 3 μέτρα ανά δευτερόλεπτο): απαιτούνταν τώρα μεγαλύτερα τύμπανα και μακρύτερα (και επομένως βαρύτερα) σκοινιά». (Δες προηγούμενη ενότητα). 

Κάπου εδώ πρέπει να σταματήσουμε το οδοιπορικό μας στις ατμομηχανές ανελκυστικών διατάξεων, του 19ου αιώνα. Βρισκόμαστε ήδη μετά το 1850, όπου δίδυμες ατμομηχανές κινούν τεράστια κωνικά ή κυλινδρικά τύμπανα, που εκτυλίσσουν με τη σειρά τους συρματόσχοινα σε βάθος 300–400 μέτρων, στον πυθμένα των φρεατίων. Στο επόμενο τεύχος θα κινηθούμε στη χρονική περίοδο μετά το 1850, που κατασκευάζονται οι σύνθετες δίδυμες ατμομηχανές και οι δίδυμες μηχανές υπερκείμενων κυλίνδρων, που σηματοδοτούν το τέλος της εξέλιξης των ατμομηχανών, για ανελκυστικές χρήσεις, πριν την έλευση των ηλεκτροκινητήρων. 

Την εξέλιξη αυτή των κινητήρων συνοδεύει και η ταυτόχρονη εξέλιξη στα πρωτεύοντα μέρη της ανελκυστικής διάταξης. Τα τεράστια κωνικά ή κυλινδρικά τύμπανα δίνουν την πρωτοκαθεδρία στα τύμπανα της κινούσας τροχαλίας (ή αλλιώς «ανέλκυση Koepe» – δες το τέλος της προηγούμενης ενότητας). Μετά από αυτή τη διάταξη άνοιγε ο δρόμος για τους πύργους ανέλκυσης με τις αντίστοιχες μηχανές, και τις νέες ανελκυστικές διατάξεις με το υπέργειο μηχανοστάσιο. Όλα αυτά όμως στο επόμενο τεύχος. 

Το παρόν σημείωμα θα κλείσει με μία αδρή περιγραφή (όπως προαναγγείλαμε) των εξελίξεων στην κατασκευή της τουρμπίνας. 

Είδαμε στο προηγούμενο τεύχος, τη θεωρητική και πρακτική περιπέτεια του νερόμυλου, στη καμπή του χρόνου που αυτός μεταμορφώνεται σε υδροστρόβιλο, από τον Fourneyron. Οι εμμονικές μας αναφορές σε αυτήν την αλυσίδα τεχνικών ενσαρκώσεων, που δεν σταμάτησαν στον ανελκυστικό υδρόμυλο, αλλά συνεχίζονται και στον υδροστρόβιλο –αλλά και τον ατμοστρόβιλο αργότερα– ίσως δεν γίνονται, με μια πρώτη ματιά, κατανοητές. Ελπίζουμε σε κάποιο τεύχος, να βρεθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε γι’ αυτή την εμμονή πιο εκτεταμένα. 

Αυτό που μπορούμε τώρα να πούμε, είναι ότι η τουρμπίνα Fourneyron, του προηγούμενου τεύχους, κατάγεται από την όρθια φτερωτή του πρωιμότερου υδρόμυλου· που προέρχεται, με τη σειρά της, από την οριζόντια φτερωτή του αρχαϊκού κόσμου. Αυτή η ίδια τουρμπίνα λοιπόν, μοιάζει... ανατριχιαστικά με τους μεταγενέστερους στροβίλους, των τεράστιων αποδόσεων. Η σημασία τους σήμερα είναι κεφαλαιώδης, αφού χρησιμοποιούνται και ως γεννήτριες ηλεκτρικού ρεύματος, την ώρα που το 25% της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, βασίζεται ακόμη στην υδραυλική ενέργεια. 

Επανερχόμενοι λοιπόν· η τουρμπίνα του Fourneyron σταδιακά τελειοποιείται, μέσα από διαρκείς πειραματισμούς και τροποποιήσεις. Οι Fontaine–Baron το 1843 και οι Jonval και Koechlin το 1845, αποτελούν τους πιο γνωστούς τροποποιητές–κατασκευαστές. Το 1840, η τουρμπίνα Fourneyron, περνά στην Αμερική και υφίσταται συνεχείς βελτιώσεις. 

Λίγο αργότερα, ο James Francis (1815-1892) κατασκευάζει το δικό του στρόβιλο, αξονικής ροής όπως ονομαζόταν, αφού το νερό που έρχεται από τα πτερύγια μιας σταθερής στεφάνης –του διανομέα– επενεργεί στα πτερύγια του ρότορα και στη συνέχεια διαφεύγει προς τα κάτω, από το κέντρο του ρότορα. 

Συνεχείς βελτιώσεις της εν λόγω τουρμπίνας –αλλά και άλλες σημαντικές συνεισφορές από τους Boyden, Kaplan, Pelton, κλπ– είχαν σαν αποτέλεσμα η ισχύς των στροβίλων τέτοιου τύπου να δεκαπλασιαστεί. Μέχρι που το 1884 ο C.A. Parsons, κατασκεύασε τον πρώτο ατμοστρόβιλο.

Τα εμπόδια που είχε βρει μπροστά του ο J. Watt (δες τ. 60), τώρα παραμερίζονταν. Η ταχύτητα περιστροφής αυτού του πρώτου ατμοστρόβιλου, ήταν 18.000 στροφές ανά λεπτό!!!

Έστω και για μια φτωχή απόδοση 7,5 kw, που όμως θα δεκαπλασιαζόταν, μέσα στα επόμενα 10  χρόνια. Λίγο ακόμα πιο μετά, έμελλε να κυριαρχήσει στην κίνηση και των ηλεκτρικών γεννητριών, αφού η βιομηχανία παραγωγής ηλεκτρισμού θα γινόταν κυρίαρχη στρατηγική βιομηχανία.

Χαρακτηριστικά άρθρα

Χαρακτηριστικα αρθρα

«Το πάγκρυφον – ή αλλιώς – ο μέγας ερειπιών των προσωπικών καταλοίπων»

«Το πάγκρυφον – ή αλλιώς – ο μέγας ερειπ…

11 July, 2013

  τ. 58, Σεπτέμβριος 2009 Αν ο Lewis Mumford (Τεχνική και Πολιτισμός, 1934), ...

Χαρακτηριστικα αρθρα

Ιστορία της ανέλκυσης

Ιστορία της ανέλκυσης

11 July, 2013

    Τ.61, Ιούνιος 2010   ΜΕΡΟΣ Χ: ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ - ΟΡΥΧΕΙΑ & ΑΝ...

Χαρακτηριστικα αρθρα

Η Ανέλκυση στα βιβλία

Η Ανέλκυση στα βιβλία

11 July, 2013

          Μια σχολιασμένη βιβλιογραφία τ. 68, Μάρτιος 2012 Μια...

Χαρακτηριστικα αρθρα

Το ανεξάντλητο πηγάδι των κλειστών επαγγελμάτων

Το ανεξάντλητο πηγάδι των κλειστών επαγγ…

11 July, 2013

τ. 69, Ιούνιος 2012 «Και το ανέκδοτο λέει: “Να ’ναι καλά το πηγάδι”! Διότι αφού αντλούσ...

Back to top