Τεύχος 65

Τεύχος 65- 2011 Τεύχος 65- 2011
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
  • Ο χρησμός της Αθηνάς, του Καραπαναγή Αποστόλη
  • Ιστορία της Ανέλκυσης: Ο ηλεκτρισμός στην ανέλκυση, του Καραπαναγή Αποστόλη
  • Σύστημα απεγκλωβισμού για συμβατικό ανελκυστήρα, του Μιχαλοδημητράκη Νίκου 
  • Κλαδικά
  • Νέα - Ειδήσεις
  • Πορτραίτα
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ                                                 
Φωτό: Η «Σκεπτομένη Αθηνά», μαρμάρινο ανάγλυφο που αναπαριστά τη θεά Αθηνά να γέρνει πάνω στο δόρυ της, κοιτάζοντας μια στήλη. Δεν έχει βρεθεί μέχρι σήμερα κανένα στοιχείο που να μας αποκαλύπτει τη γραφή της πέτρινης στήλης, ώστε να μάθουμε τι διάβαζε η Αθηνά· η «Σκεπτομένη», σύμφωνα με το όνομα που της έδωσαν οι αρχαιολόγοι.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                

 

 

 Ο χρησμός της Αθηνάς

Δεν είναι η φύση δίκαιη στη μοιρασιά των κλήρων της προς τους ανθρώπους.

Δίκαιη όμως μπορεί να είναι μία κοινωνία ανθρώπων, όταν τα μέλη της βλέπουν τις όποιες φυσικές διαφορές τους και πασχίζουν να τις γεφυρώνουν και να ισορροπούν· όλοι μαζί συνάνθρωποι. Υπάρχουν βέβαια και κοινωνίες σαν την ελληνική όπου τα μέλη της προσπαθούν να επιτείνουν τις διαφορές, όπου αυτές υπάρχουν ή ακόμα και να κατασκευάζουν τεχνητά διαφορές εκεί που δεν υπάρχουν. Έτσι, για να περνάει ο καθένας όσο το δυνατόν  καλύτερα από τον διπλανό του.

Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό, το μάτι μου έπεφτε στους τίτλους των θεμάτων της εφημερίδας: «Οικουμενική κυβέρνηση», «Αποκαθαίρεται  η διοίκηση», «Ανοίγουν τα κλειστά επαγγέλματα», «Όλα αλλάζουν ραγδαία». Την ώρα που γελώντας πήγα να τσαλακώσω την εφημερίδα, είδα και μία ακόμη είδηση: «Αρχαιολόγοι ανακάλυψαν το κείμενο στη στήλη του ανάγλυφου της Σκεπτομένης Αθηνάς». Αμέσως μ’ έπιασε μια παρόρμηση να πάω να αντικρίσω το αινιγματικό γλυπτό. Έτσι, παράτησα ό,τι έκανα και ανηφόρισα πεζός, προς το μουσείο της Ακρόπολης.

Όποιος το έχει αντικρίσει μονάχα απ’ έξω, ίσως παραξενεύτηκε με αυτήν την οροφή, που πλέει λοξά, θέλοντας να ξεφύγει από τα θεμέλια. Αν όμως έχεις μπει και μέσα, τότε σου είναι σίγουρα γνωστό το αίσθημα –όταν πατάς στο ανηφορικό γυάλινο πάτωμα της εισόδου–: Χριστός επί των Υδάτων· και δίπλα σου οι μαρμαροκολώνες επιπλέουν. Κοιτάζοντας ψηλά, βλέπεις την επίσης γυάλινη οροφήπάτωμα για τους επισκέπτες του επάνω ορόφου. Έτσι όπως βλέπεις λοιπόν τα πόδια τους (υστερικά) να πηγαινοέρχονται, συμβαίνει το παράδοξο· σαν να είναι οι άνθρωποι ακίνητοι, κι εκείνα που κινούνται να ’ναι τα αγάλματα. Ίσως γιατί ενδόμυχα όλοι καταλαβαίνουμε ότι βαδίζουμε ολοταχώς σε εκείνο που τα εκθέματα έχουν (σχεδόν) νικήσει.

Ανεβαίνοντας στον 1ο όροφο που βρίσκεται το πέτρινο ανάγλυφο, το αίσθημα… πλευστότητας είναι κυρίαρχο. Σημαδούρες μαρμάρινες διάσπαρτες στο χώρο. Έτσι και λίγο αφαιρεθείς θα πέσεις πάνω τους.* Μουσείο που είναι όμορφο σαν μία Κιβωτό. Μουσείο τόσο όμορφο όσο η μνήμη. (Και η μνήμη είναι κιβωτός, στο μέτρο που η κιβωτός είναι το μέρος που συναντιούνται οι αλλότριοι χρόνοι).

Βλέπω όμως ήδη μπροστά μου το γλυπτό. Η στήλη που δεν μπορούσε να φανεί τι γράφει, έχει τώρα συμπληρωθεί από τους αρχαιολόγους.

Διαβάζω λοιπόν στην πινακίδα…:

      Χρησμός της Αθηνάς.

Θά ’ρθει καιρός που στην Αθήνα ο χρόνος θα πάψει να σμιλεύει πάνω στα μάρμαρα αριστουργήματα.

Θα έρθουνε αιώνες που η πόλη μου θα αδειάζει από το χρόνο της όπως αδειάζει από την άμμο το δοχείο της κλεψύδρας.

 Θά ’ρθει καιρός που στην Αθήνα ο χρόνος θα κυλάει θαλασσινός, αλλάζοντας μονάχα την επιφάνεια των πραγμάτων, ενώ ο βυθός θα μένει πάντα ίδιος και απαράλλαχτος, μέσα στη λασπουριά του.

Αποσβολωμένος έμεινα να προσπαθώ να καταλάβω τον γρίφο του χρησμού. Έπειτα σαστισμένος ξεκίνησα να φύγω, και έφτασα –δε θυμάμαι πώς– μέχρι την έξοδο. Ο ήλιος που με τύφλωσε βγαίνοντας, ξεδιάλυνε τον γρίφο.            

Η Αθήνα που απλωνόταν μπροστά μου ήταν η γνωστή σε όλους μας, πάντα άθλια, ίδια κι απαράλλαχτη «ωραία» μας Αθήνα.

Η Αθήνα με τους δικηγόρους της, τους συμβολαιογράφους της, και τους γιατρούς της.

Η Αθήνα όλων μας.

            Καραπαναγής Αποστόλης

 

*Αν και υπάρχει στο μουσείο ένα έκθεμα που κείται συγκλονιστικά ακίνητο: οι Καρυάτιδες…

 Υ.Γ. Φυσικά κανείς αρχαιολόγος μέχρι σήμερα δεν έχει ανακαλύψει τι ακριβώς είναι αυτό που βυθίζει τη θεά Αθηνά σε περισυλλογή.

Η αγάπη μου για το γλυπτό αυτό και ο θαυμασμός μου για το μουσείο της Ακρόπολης, μπλέχτηκαν με τις πολιτικές ειδήσεις του καιρού μας και με μία φράση που αυτές οι ειδήσεις μού φέρνουν πάντα στο μυαλό, και που έγραψε ένας ωραίος Έλληνας γραφιάς, ο Στέλιος Ράμφος: «Ο χρόνος στην Ελλάδα είναι θαλασσινός, όλα αλλάζουν στην επιφάνεια ενώ ο βυθός μένει συνέχεια ο ίδιος»!

Όλα τα παραπάνω, μπλεγμένα μεταξύ τους, δώσαν το κείμενο αυτού του τεύχους.

          

 

More in this category: « Τεύχος 64 Τεύχος 66 »
Back to top