Τεύχος 60

Τεύχος 60- 2010 Τεύχος 60- 2010
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
  • «No more second-hand God», του Καραπαναγή Αποστόλη
  • Ιστορία της ανέλκυσης: Μέρος ΙΧ: Υφαντουργεία και Αναβατόρια
  • Ιστορία της ανέλκυσης, ΝΟΡΙΑ: Η νορία γίνεται τουρμπίνα, του Καραπαναγή Αποστόλη
  • Κλαδικά
  • Νέα - Ειδήσεις
  • Πορτραίτα
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΝΤΑΞΗΣ

 

       «No more second-hand God»

 

«Όχι πια μεταχειρισμένος Θεός», ανέκραξε ο Βuckminster Fuller, απηυδισμένος από τα δύο εκατομμύρια χρόνια γήινης ανθρώπινης παρουσίας υπό καθεστώς ατελούς θεότητας.

                 «Τώρα βλέπω το Θεό1 –[έγραφε το 1963]– στα / όργανα και στους μηχανισμούς που / δουλεύουν / αξιόπιστα / πιο αξιόπιστα από τα περιορισμένα / αισθητήρια τμήματα / του ανθρώπινου μηχανισμού.

                 Όμως η επίσημη εκκλησία / χωρίς να κατανοεί / τη μηχανική προέκταση του ανθρώπου / λέει πως μία τέτοια πίστη είναι ειδωλολατρία».

 

Εικοσιέξι χρόνια έκανε ο Θεός να ξεμυτίσει, σκιαγμένος από την όψη της Guernica2.

Mε το Θεό λοιπόν κρυμμένο, στα χρόνια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, τέτοια «όργανα και μηχανισμοί αξιόπιστοι», θρυμμάτισαν περίπου 30 εκατομμύρια ανθρώπινα κρανία.

Πράγματι, μόνο ένας ολοκαίνουργιος Θεός θα άντεχε σε τέτοια χρήση.

Η αντίληψη που αναγορεύει τα μηχανήματα ως προεκτάσεις του ανθρώπινου σώματος (έχουμε κι εμείς αναφερθεί ξανά σε αυτή), είναι πολύ παλιά. Ξεκινάει από τον Αριστοτέλη, και βρίσκεται στην άνθισή της τον 19ο και 20ο αιώνα, με τους KassirerMumfordBergsonMacLouhan, κλπ.

Κάπου εκεί αρχίζουν τα προβλήματα. Γιατί στην καμπή του 19ου αιώνα (και έπειτα), γεννιέται επίσης και η πολλαπλότητα στις ερμηνείες.

Το φτυάρι ή το σφυρί λειτουργούν σαν προέκταση του χεριού, διευκολύνουν και πολλαπλασιάζουν μια συγκεκριμένη ανθρώπινη δραστηριότητα.

Το ίδιο και ο οικείος μας νερόμυλος· εκμηχανίζει μια λειτουργία μιμούμενος την ανθρώπινη δραστηριότητα. Όλα αλλάζουν όμως με την έλευση της ατμομηχανής. Τώρα η ανθρώπινη δραστηριότητα εξαφανίζεται μέσα στο σκοτεινό ατσάλινο σώμα του μηχανήματος. Η μηχανή παράγει έργο αυτόνομο, με έναν τρόπο άγνωστο και ξένο για οποιονδήποτε μη μηχανικό.

Σε αυτήν την εξέλιξη της τεχνικής, ο Buckminster είδε το Θεό.

Αντίθετα ο Heidegger –σε ένα μεταπολεμικό κι αυτός γραπτό του– χαρακτηρίζει τη σύγχρονη τεχνολογία ως «Αποκάλυψη», όχι με την έννοια του αληθούς αλλά με την έννοια του παραπλανητικού και του αλλότριου, αυτού που ενώ θα μπορούσε να φανερώνει την ουσία μας, εντούτοις, μας την αποκρύπτει περισσότερο.

Ο παλαιός νερόμυλος για τον Heidegger, ήταν μια φυσική κατασκευή, πιότερο ένα έργο τέχνης που εναρμονιζόταν με το φυσικό τοπίο και αποτελούσε –πρώτιστα– μια τεχνολογία επιβίωσης, μια τεχνολογία ζωής. Αντίθετα, ένα σύγχρονο εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας, καταστρέφει αλόγιστα το φυσικό τοπίο. Η άκαμπτη μορφή του –άκαμπτη, αφού υπαγορεύεται από αυστηρές τεχνικές παραμέτρους– δεν μπορεί παρά να είναι παντού η ίδια, δεσπόζοντας κυριαρχικά στο περιβάλλον. Και το σημαντικότερο: αυτό που αποκαλύπτει εντέλει για τα πράγματα η σύγχρονη τεχνολογία είναι η καινούργια πλέον χρήση τους, ως «αποθέματα» της ανθρώπινης δύναμης. Η τεχνολογία μετατρέπεται από τεχνολογία βίου,  σε τεχνολογία «αποθεμάτων», «στοκ». Τα ίδια τα πράγματα (και η φύση συνολικά), μετατρέπονται σε αντι–κείμενα για τον άνθρωπο3.

Με αυτόν τον τρόπο η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να μας παραπλανά. Ενώ μοιάζει να ενσαρκώνει μια κυριαρχία της ανθρώπινης βούλησης για τον απόλυτο έλεγχο πάνω στα πράγματα, από την άλλη μεριά, αυτή η εξαλλαγή των πραγμάτων σε «αποθέματα», μεταλλάσσει σιγά σιγά και τον άνθρωπο, εντάσσοντάς τον και τον ίδιο, μέσα στον ίδιο κύκλο αποτίμησης, με όρους όπως: «Απόθεμα», «Στοκ», «Πόρος», «Δυναμικό», κτλ.

Κι αν η μετάβαση από μια τεχνολογία επιβίωσης σε μια τεχνολογία αποθεμάτων, αντιπροσωπεύει –για τον Heidegger– έναν εκπεσμό στη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον (και τον εαυτό του), υπάρχει και η κορυφαία ανθρώπινη τεχνολογική αιχμή, που προσιδιάζει –στο άλλο άκρο της ζωής– σε μια τεχνολογία θανάτου. Η πυρηνική τεχνολογία, κορυφαία στιγμή του ανθρώπινου πνεύματος, είναι αυτή που πανηγυρικά καταργεί και το πνεύμα και τον άνθρωπο, με τον εγγενή παραλογισμό που διέπει και την παραγωγή και τη χρήση της, αλλά και τη διαχείριση των αποβλήτων της.

Ο άνθρωπος φυσικά δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί: κάποτε ο άνθρωπος από ον «εντός της φύσης και εκτός της τεχνικής, μεταπήδησε εκτός της φύσης και εντός της τεχνικής». Αυτό συνέβη πριν δύο εκατομμύρια χρόνια περίπου, με την κατασκευή του πρώτου αποτελεσματικού εργαλείου, του αμφίπλευρου βοτσάλου4.

Έκτοτε πάψαμε να αποτελούμε μέρος της φύσης, και ούτε μπορούμε ξανά να αποτελέσουμε κομμάτι της, αφού πλέον την ερμηνεύουμε, μετατρέποντάς τη ολοένα και περισσότερο, σε τεχνικό περιβάλλον.

Ανάμεσα στις δύο παραπάνω –άκρα αντίθετες– απόψεις, υπάρχουν και δεκάδες άλλες αλήθειες που επιζητούν κι αυτές την προσοχή μας.

Οι δύο σπουδαίοι στοχαστές έχουν αμφότεροι δίκιο στους θαυμασμούς και τους τρόμους τους. Εξάλλου, αυτή η εξαίρετη καμπή στην τεχνικότητα των δύο συστημάτων (παλαιού–νέου), χρωστά μέρος της γοητείας της στο διφυές του πιθανού αποτελέσματος.

Είναι ένα στέμμα που, είτε θα φορεθεί στο ανθρώπινο κεφάλι δίπλα στο θρόνο, είτε θα κατρακυλήσει (μαζί με το κεφάλι) στο καλαθάκι των μακάβριων τροπαίων, δίπλα στη γκιλοτίνα.

Ο Θεός που εφεύραμε χιλιάδες χρόνια πριν, σαρκώθηκε το νέο ένδυμα που του υφάναμε. Και είναι πάντα έτοιμος να δράσει.

Ο άνθρωπος για πρώτη φορά στην ιστορία του, δεν χρειάζεται να προσευχηθεί για τις κατασκευές του. Τίποτα τεχνικά δυσπραγματοποίητο δεν απέμεινε να επινοηθεί. Το μόνο που πρέπει να επινοηθεί είναι μια νέα ηθική της «μη δύναμης». Για πρώτη φορά στην ιστορία του ο άνθρωπος καλείται, όχι να κάνει όσα δεν μπορεί5, παρά αντίθετα, να μην κάνει όλα όσα μπορεί.

Ένα σκαλί λοιπόν μονάχα μένει, για να κερδίσει ο άνθρωπος το στέμμα του. Μονάχα ένα σκαλί. Φτύνοντας σαν κουκούτσι τον παλιό του άπληστο εαυτό, κάτι από τον τρόπο των Θεών θα υιοθετήσει· γιατί μονάχα οι Θεοί δεν κάνουν όλα όσα δύνανται, ή αλλιώς, παραλλάζοντας τον ποιητή: «Το πνεύμα μου εξαφανίστηκε και ενώθηκε με το πλήθος των αδελφών μου μέσα στο καταφύγιο περιοχών, όπου η ισχύς δεν έχει πέραση».*

Καραπαναγής Αποστόλης

*Ν. Παναγιωτόπουλος, «Σύσσημον».



1 Ποίημα γραμμένο το 1963 από τον μηχανικό και ποιητή F. Buckminster.

2 Σπαραχτικός πίνακας του Picasso που αναπαριστά τον βομβαρδισμό της ισπανικής πόλης Guernica, από τα γερμανικά στούκας, το 1937.

3 Ο ενδεχόμενος αναστοχασμός μας πάνω στα εργαλειακά κατάλοιπα του παρελθόντος μας –που αναφέραμε στο τ.58– αποκαθιστά, εκτός των άλλων, και μια τέτοια ανισορροπία. Σε κάποιο άλλο σημείωμα ωστόσο, θα είχε ενδιαφέρον να αναφερθούμε στις αντιτιθέμενες απόψεις για την ανθρώπινη αλλοτρίωση, σε σχέση με την τεχνικότητα.

4 Βότσαλο πελεκημένο κι από τις δύο πλευρές του· αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες τεχνικές επαναστάσεις.

5 Κατά το διάσημο ρητό και του δικού μας Ν. Καζαντζάκη: «Φτάσε όπου δεν μπορείς»!

 

 

  

More in this category: « Τεύχος 59 Τεύχος 61 »
Back to top